ΨΩφΑ καργηόλα!

Από το protagon.gr / το κορίτσι του διπλανού portal
Ξύπνησα το πρωί στις 06:30 με μια κλωτσιά της μάνας μου στον κώλο. Άντε πάλι τα ίδια γαμώ το κεφάλι μου γαμώ.

ΜΑΝΑ= Ξύπνα, Τάκη. Τσακίσου. Άργησες!
ΕΓΩ= Μμμμμμμμ. Φύγε!
ΜΑΝΑ= Σήκω, ρε κοπρίτη, ξύπνα, ρε τεμπέλη, γιατί μου πρήζεις τα συκώτια κάθε πρωί; Ανάθεμα την ώρα που άκουσα τον παπά Γιάννη και δεν σ΄ έκανα έκτρωση, καλά μου 'λεγε η θεια σου η Κούλα να σε ρίξω. Ξύπνα, θα απολυθείς λέμε. Χίλιες φορές στο 'πε ο κυρ Μιχάλης. Θα σε απολύσει και θα ψωμολυσσάξεις.

Την κλώτσησα ελαφρά - μάνα μου είναι. Τη μάνα την κλωτσάμε πάντα με το μέτρο. Σέβας, φίλε. Αλλά δεν συμφέρει κιόλας. Αν κουτσαθεί πώς θα μου πλένει τα σώβρακα;

ΕΓΩ= Σηκώνομαι, σκάσε, μωρή χοντρή!
ΜΑΝΑ= Τράβα στη βρύση και πλύσου. Βρωμοκοπάς.
ΕΓΩ= Ρε, ασταδιάλα που θα μου πεις ότι βρωμάω.
ΜΑΝΑ= (με μυρίζει σα λαγωνικό) παπαπα βρώμα… Πού μεθοκοπούσες πάλι; Σπίτια δεν έχετε να κάτσετε ένα βράδυ;
ΕΓΩ= Όχι ρε, δεν έχουμε. Βλέπεις να 'χουμε σπίτια;
ΜΑΝΑ= Γιατί αυτό τι είναι, ρε γομάρι; Τσαντίρι;
ΕΓΩ= Αυτό είναι το σπίτι ΣΟΥ. Εγώ ένα κρεβάτι έχω.
ΜΑΝΑ= (προς το βάθος) Ακούς, Γιώργο, τον γιόκα σου; Δεν του αρέσει το σπίτι μας.
ΠΑΤΕΡΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΧΕΣΤΡΑΣ= Να μετακομίσει στη βίλα του Λάτση άμα δεν του αρέσει εδώ. Ρε, δεν πάτε να πνιγείτε όλοι που δουλεύω από 16 χρονών για να 'χετε τώρα εσείς κεραμίδι πάνω απ’ τα κεφάλια σας. Κοπρίτες, ε, κοπρίτες.
ΕΓΩ= Χέσε μας, ρε πατέρα, όρεξη έχεις…
(ΔΟΛΙΑ) ΜΑΝΑ= Αχ… Εγώ τα τραβάω όλα. Βρωμόστομα ο πατέρας, βρωμόστομα και ο γιος. Χρυσή τύχη είχα. Α, ρε μάνα, δεν άκουγα που μου 'λεγες να πάρω τον Παναγιωτάκη. Βασίλισσα θα 'μουνα τώρα. Θα με καθαρίζανε αντί να καθαρίζω.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΧΕΣΤΡΑΣ= Πάρτονε τώρα, μωρή. Μας ζάλισες τα ούμπαλα με τον Παναγιωτάκη τον μικροτσούτσουνο. Πάρτονε να πάρω κι εγώ μια ρωσιδάρα δυο μέτρα να κάνω ζωάρα.
ΜΑΝΑ= Τι να την κάνεις τη Ρωσίδα, βρε ραμολί; Αφού δε σου κάνει κούκου…
ΕΓΩ= θα σκάσετε, ρε; Βαρέθηκα να σας ακούω εδώ μέσα.
ΜΑΝΑ= Άμα δεν σ΄ αρέσει να φύγεις να πας με τον πατέρα σου και την πουτάνα τη Ρωσίδα. Τα ‘πλυνες τα δόντια σου;
ΕΓΩ= Αει παράτα μας.
ΜΑΝΑ= (με την οδοντόβουρτσα στο χέρι) Θα σαπίσουν ρε και θα ζητάς οδοντίατρο. Ξέρεις πόσο έδωσε η Σταυρούλα προχτές για ένα σφράγισμα; 60 ευρώ!
ΕΓΩ= Αυτά να πεις στον κυρ Μιχάλη που μ΄ έχει ανασφάλιστο.
ΠΑΤΕΡΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΕΚΤΟΣ ΧΕΣΤΡΑΣ= Να μην έκανες κοπάνες απ΄ το σχολείο, να μην ήσουνα μουντζούρης τώρα. Η ξερή σου η κεφάλα φταίει.
(ΣΩΣΤΗ) ΜΑΝΑ= Εσύ δεν του 'πες να πιάσει δουλειά του παιδιού; Εσύ δεν του 'λεγες ότι ο φαναρτζής βγάζει περισσότερα από γιατρό;
ΠΑΤΕΡΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΙΠΛΑ ΤΗΣ= Γιατί, μωρή, τον κόβεις για γιατρό τον γιο σου; Ένας βλάκας και μισός είναι. Άκου γιατρός…
ΕΓΩ= θα σκάσετε, ρε γαμώ το κεφάλι μου;

Χτυπάω την πόρτα πίσω μου και την κοπανάω πάνω στο μηχανάκι. Να μην τους ακούω και να μην τους βλέπω. Πότε θα κονομήσω κάνα φράγκο, ρε πούστη, να πάω να μείνω σ΄ ένα δωμάτιο μόνος μου να καπνίζω και να κοιτάω το ταβάνι;

Σταματάω στο περίπτερο να πάρω τσιγάρα. 4,3 τα πήγανε οι καργιόλες τα τσιγάρα. Σανό θα καπνίζουμε. Πάω να ξαναβάλω μπρος και δεν παίρνει το γαμημένο. Η βενζίνη είναι, δεν έχει σταγόνα. Κάποιο κωλόπαιδο μου ρούφηξε τη βενζίνη, γαμώ τον μαλάκα και την πουτάνα που το γέννησε. Κοιτάω την τσέπη μου. Δυο ευρώ. Παίρνεις βενζίνη με δύο ευρώ; Σκατά παίρνεις. Βγάζω το κινητό και παίρνω τον Τάκη.

-Έλα, ρε μαλάκα, έμεινα από βενζίνη. Στο περίπτερο είμαι. Έλα να με πετάξεις στο μαγαζί. Εχω και τον μαλάκα να με κράζει άμα αργήσω τρία λεφτά.

Έρχεται, λέει. Ευτυχώς έχω φιλαράκια, ρε πούστη. Πάμε γήπεδο και τα γαμάμε όλα. Γιατί αργεί όμως ο καργιόλης; Αφού του είπα βιάζομαι. Όσο τον περιμένω ανοίγω το facebook απ΄ το κινητό για να δω αν μου απάντησε η Ρούλα. Σιγά μη μου απάντησε το σκατόμουνο. Αυτή πηδιέται με τον Αποστόλου, με μας τα φτωχαδερά θα κυκλοφοράει; Καλά, ποιον βρίζουνε πάλι, ρε; Μια καργιόλα συγγραφέας έγραψε πως δεν της αρέσει η Ίος; Άντε, γαμήσου μωρή, που δε σ΄ αρέσει το νησί το δικό μου, και σε μας δεν αρέσουν τα μούτρα σου. Που γράφετε ένα σωρό μαλακίες και νομίζετε πως είστε κάποιοι, τσόλια, ε τσόλια. Και υπογράφετε αυτόγραφα σαν να είστε ο Αντώνης ο Ρέμος. Για έλα στο συνεργείο, μωρή, να δεις τι θα πει δουλειά. Δουλειά είναι να γράφεις παπάρες και να κόβεις μονέδα;

Απαντάς κιόλας; Ααααα, εσύ έχεις θράσος. Νάτος ο δικός μου. Ένα λεπτό, μεγάλε, να περιποιηθώ μια μαλάκω, του λέω. Ποια, ρε; με ρωτάει. Πού θες να την ξέρω, ρε μαλάκα; Μια ψωνάρα, άσχετη. Μου βρίζει το νησί.

Γράφω: Άραξε στη βίλλα σου στο Κολονάκη μαλακησμένη καργηιώλα και ψώφα!

Σχόλια