Σκηνοθέτησαν το θάνατό τους


Από το enet.gr / Της ΕΥΑΝΝΑΣ ΒΕΝΑΡΔΟΥ
Κανείς δεν μπορεί να επιλέξει με ακρίβεια το τέλος του. Μπορεί όμως να επιλέξει το πώς θα φύγει. Κάποιοι άνθρωποι, που έζησαν τη ζωή τους μέσα στο στοχασμό, αποφάσισαν πως δεν θέλουν να ακολουθήσουν την πεπατημένη. Ούτε καν στο θάνατό τους...
 
Η τελευταία σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή
 Ηταν και η πιο αμφιλεγόμενη. Ηταν το ίδιο του το τέλος. Ο μεγάλος σκηνοθέτης είχε δώσει σαφείς οδηγίες στους οικείους του: η σορός του θα εκτίθετο σε λαϊκό προσκύνημα στο δεύτερο «σπίτι» του: το θέατρο της Οδού Κυκλάδων στην Κυψέλη. Οπερ και εγένετο στις 8/5: το φέρετρο, τοποθετημένο μέσα στο σκηνικό για το «Θερμοκήπιο» (που δεν πρόλαβε να ξανανεβάσει), ήταν σκεπασμένο με τζάμι. Ο ίδιος φορούσε το κοστούμι τού Τίνκερ από το «Καθαροί πια» και κρατούσε το πρόγραμμα της παράστασης. Το πρόσωπο παρέπεμπε στον Ρουτ από το «Θερμοκήπιο». Τα φώτα στην πλατεία του θεάτρου ήταν σβηστά, όμως ο προβολέας της σκηνής εστίαζε κατ' ευθείαν στο φέρετρο. Μουσική υπόκρουση, Μπαχ. Ο κόσμος, σιωπηλός, καθιστός, παρακολουθούσε τον Βογιατζή στην τελευταία του «παράσταση». Αλλοι πάλι ανέβαιναν επί σκηνής για το τελευταίο αντίο. Ισως για πρώτη φορά ο «ρόλος» να ήταν τόσο ταυτισμένος με την πραγματικότητα. Το «φαίνεσθαι» με το «είναι»...
 

Ο Βογιατζής δεν ήθελε επικήδειους. Μόνο μια τελετή ταφής. Χωρίς θρησκευτικά σύμβολα. Κάποιοι ανατρίχιασαν με το «μακάβριο», όπως το χαρακτήρισαν, σκηνικό. Κάποιοι άλλοι μίλησαν ακόμα και για μεγαλομανία. Πολλοί ωστόσο το θεώρησαν λογικό: ο τελευταίος ασπασμός στο «φυσικό» χώρο του καλλιτέχνη, από τους ανθρώπους που αγάπησαν τον ίδιο και το έργο του. Στο πλαίσιο ενός τελετουργικού που έχει τις ρίζες του στην ελληνική παράδοση, όπου για αιώνες οι συγγενείς ξενυχτούσαν το νεκρό.

Ο Πετρόπουλος στους υπονόμους του Παρισιού

Πολύ πιο ακραίες οι επιλογές του σημαντικού λαογράφου και συγγραφέα Ηλία Πετρόπουλου, ο οποίος, έχοντας ζήσει μια αντισυμβατική ζωή, επέλεξε έναν εντελώς αντισυμβατικό θάνατο. Ο Πετρόπουλος, χτυπημένος από τον καρκίνο, άφησε την τελευταία του πνοή στις 3/9/2003, στο Παρίσι όπου ζούσε επί 30 χρόνια. Είχε ήδη προνοήσει για την κατάληξή του: ζήτησε να αποτεφρωθεί και να ρίξουν τη στάχτη του στους υπονόμους του Παρισιού. Αυτό ακριβώς έγινε, ένα φθινοπωρινό πρωινό.
 

Ο Ηλίας Πετρόπουλος, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ήταν ο πρώτος Ελληνας λαογράφος που ασχολήθηκε συστηματικά με το περιθώριο και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Ασχολήθηκε με ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες, ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους και πάσης φύσεως καταδιωκόμενους. Αμφισβητίας από τη φύση του, δεν πίστευε σε κανένα θεσμό (θρησκεία, στρατό, πολιτικές παρατάξεις). Δηλωμένος άπατρις, αναρχικός και άθεος, κατόρθωσε να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα με τον τελευταίο προσδιορισμό -και μάλιστα το 1972, δηλαδή εν μέσω δικτατορίας! Λογοκρίθηκε και καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον αναρχικό χαρακτήρα των γραπτών του, ενώ μέχρι το 1998 εκκρεμούσε εναντίον του καταδίκη σε φυλάκιση για προσβολή της θρησκείας.

Εξυπακούεται πως οποιαδήποτε άλλη επιλογή, πέραν της αποτέφρωσης, θα σήμαινε προδοσία των όσων πρέσβευε μια ζωή. Ετσι, «είπα στη γυναίκα μου: όταν ψοφήσω στο Παρίσι, να κάψεις το κουφάρι μου στο κρεματόριο και να ρίξεις τις στάχτες μου στον υπόνομο. Τέτοια είναι η διαθήκη μου»... Αυτό που για κάποιους αποτέλεσε μια φρικαλέα και μηδενιστική επιλογή, για κάποιους άλλους υπήρξε μια απόλυτα «ρομαντική» πράξη: αυτή της ύστατης ταύτισης με την αθέατη, την ασήμαντη και παραγνωρισμένη πλευρά της ζωής.

Ο Σαμαράκης σε μάθημα Ανατομίας

Κι αν οι γνώστες περίμεναν από τον Ηλία Πετρόπουλο μια θεαματική «έξοδο» κόντρα στο σύστημα, λίγοι θα φαντάζονταν πως ο δημοφιλής Αντώνης Σαμαράκης, ο συγγραφέας που γνώριζε ίσως όσο κανείς άλλος το «παιχνίδι» των δημόσιων σχέσεων, θα επέλεγε ένα τόσο ανορθόδοξο κατευόδιο. Μακριά από παπάδες, θρησκείες, πομπώδεις επικηδείους δημοσία δαπάνη και πολιτικούς θεατρινισμούς. Ο,τι δηλαδή θα περίμενε κανείς να συνοδεύει το συγγραφέα τού «Ζητείται Ελπίς» στο τελευταίο του ταξίδι. Προς τιμήν του. Διότι ο Σαμαράκης δώρισε το σώμα του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για έρευνες των φοιτητών της Ιατρικής...
 

Για να γίνει κάποιος δωρητής σώματος, αρκεί να υπογράψει μια υπεύθυνη δήλωση προς το Πανεπιστήμιο και να ενημερώσει τους στενούς συγγενείς του. Το πτώμα ταριχεύεται και στη συνέχεια χρησιμοποιείται για ανατομική έρευνα. Γεγονός είναι πως η πράξη αυτή του «αιώνιου έφηβου», το καλοκαίρι του 2003, συνέβαλε αποφασιστικά στην προώθηση της δωρεάς σώματος στη χώρα μας.

Την επιθυμία του αυτή («να σκορπιστώ -έλεγε- στο πουθενά») γνώριζαν μόνο δύο άνθρωποι: η σύντροφός του Ελένη και ο καθηγητής Ανατομικής Νίκος Παπαδόπουλος.

Την άνοιξη του 1986, ο Σαμαράκης είχε εμφανιστεί στο γραφείο του αείμνηστου καθηγητή Ανατομικής Ιωάννη Βλάχου και εξέφρασε για πρώτη φορά την επιθυμία του να γίνει δωρητής σώματος και να παραδώσει το σώμα του στους φοιτητές της Ιατρικής, για να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους. Μάλιστα, προτού πάρει την απόφαση, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, έγινε και ο ίδιος φοιτητής Ιατρικής. Οπως είχε γράψει παλιότερα στην «Ε» ο Χρήστος Μιχαηλίδης, «ο Σαμαράκης έφευγε κρυφά από την Ελενίτσα του και πήγαινε στο Γουδή για να παρακολουθήσει μάθημα Ανατομίας. Καθόταν μάλιστα πάντα στην ίδια θέση. Εκεί διαπίστωσε ότι τα ανατομεία δεν είναι οι κατακόμβες όπου στοιβάζονται φοβερά και τρομερά πτώματα, όπως πιστεύουν αρκετοί».

Ετσι, ο Σαμαράκης «έβαλε μια παρήγορη τελεία σε όλους τους γύπες των νεκροταφείων», είπε ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης.

Οι φοιτητές της Ιατρικής, στο μάθημα της Ανατομίας, δούλεψαν επάνω στο σώμα του Αντώνη Σαμαράκη. Για μερικούς, δεν ήταν καθόλου εύκολο... Ολοι όμως εκτίμησαν την πράξη του.

Ο Λάγιος σκορπίστηκε στη Ζάκυνθο και στην Κύπρο

Ο ταλαντούχος συνθέτης Δημήτρης Λάγιος, ο Ζακύνθιος μελετητής της επτανησιακής μουσικής και μελοποιητής των μεγάλων μας ποιητών, αυτό το όμορφο αγόρι, που η όψη του θύμιζε τον Χριστό, πέθανε πρόωρα. Δεν έπινε, δεν κάπνιζε, έκανε υγιεινή ζωή - κι όμως έφυγε από καρκίνο του πνεύμονα στις 11 Απριλίου του 1991... Ηταν μόνο 39 ετών.

Αν και μελέτησε σε βάθος την εκκλησιαστική μουσική και σεβόταν το θρησκευτικό αίσθημα, επέλεξε την αποτέφρωση, και μάλιστα σε εποχές που κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου εύκολο... Ο Λάγιος ζήτησε από την αγαπημένη του σύντροφο, την Πέγκυ Λάγιου, η τέφρα του να διασκορπιστεί στις δύο του πατρίδες: τη γενέτειρά του, τη Ζάκυνθο, και τη «θετή» του πατρίδα, την Κύπρο, στην οποία αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι... Η σύζυγός του, που επωμίστηκε όλη αυτή την επίπονη διαδικασία, σκόρπισε ό,τι απέμεινε από τον άντρα της στη θάλασσα των δύο αυτών νησιών.
 
 
Λίγο πριν πεθάνει, ο Λάγιος πρόλαβε να ολοκληρώσει τη συλλογή του «Ερωτική Πρόβα», με ερμηνευτές τον Γιώργο Νταλάρα, τους αδελφούς Κατσιμίχα και τη Σαβίνα Γιαννάτου. Αρχικά ο δίσκος τιτλοφορούνταν «Ερωτική Πρόβα Στο Θάνατο»... Σε μια μάλιστα συγκλονιστική ηχογράφηση, διασώζεται και η δική του φωνή (ο Λάγιος ήταν και πολύ καλός τραγουδιστής) να ερμηνεύει σπαρακτικά: «Να ονειρεύομαι απ' το παράθυρο να ταξιδεύω, να μπαίνω μέσα σου να καταστρέφομαι και να πεθαίνω...». Εμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του. «Το θάνατο δεν τον φοβάμαι. Ο χρόνος είναι ο εχθρός μου...», είχε πει.

Η Μαρία Κάλλας στο Αιγαίο

Την αποτέφρωση είχαν επιλέξει, πολύ νωρίτερα, η Μαρία Κάλλας και ο Δημήτρης Μητρόπουλος. Η πρώτη άφησε την τελευταία της πνοή στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο Παρίσι, από καρδιακή ανακοπή. Η Ελληνίδα σοπράνο, με τη θεϊκή φωνή και το βασανισμένο παρελθόν, θέλησε να διασκορπίσουν την τέφρα της στο Αιγαίο. Η τελετή έγινε στις 3/6/1979 πάνω σε μια πυραυλάκατο του Πολεμικού Ναυτικού, από τον τότε υπουργό Πολιτισμού Δημήτρη Νιάνια, που δίπλα του είχε τον Αλέξη Μινωτή, τον Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα, την πιανίστα Βάσω Δεβετζή και άλλους επισήμους που έριξαν τριαντάφυλλα στο νερό. Η λήκυθος της Κάλλας ήταν σκεπασμένη με την ελληνική σημαία. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, ο αέρας ήταν κόντρα, με αποτέλεσμα η σκόνη της Κάλλας να αιωρείται για λίγο γύρω από τα πρόσωπα των παρευρισκομένων...
 

Το 1960 ο Δημήτρης Μητρόπουλος πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στο Μιλάνο και αποτεφρώνεται, σύμφωνα με γραπτά εκφρασμένη επιθυμία του. Κάτι πάντως μας λέει πως αν μπορούσε θα είχε σκηνοθετήσει και το θάνατό του. Ακριβώς όπως συνέβη. Διότι ο μεγάλος μαέστρος πέθανε στο πόντιουμ...

Ο Χατζιδάκις περιφρούρησε την κηδεία του
 

15 Ιουνίου του 1994, ο Μάνος Χατζιδάκις μεταφερόταν στον «Ευαγγελισμό» με σταματημένη την καρδιά του. Τα «κοράκια» με τις κάμερες καραδοκούσαν να καταγράψουν την εικόνα του μέσα από το ασθενοφόρο. Ομως ο μεγάλος συνθέτης δεν ενέδωσε ποτέ στις Σειρήνες της δημοσιότητας. Ετσι, κανέναν δεν εξέπληξε η απόφασή του να περιφρουρήσει την κηδεία του. Η σορός του δεν εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Ο Χατζιδάκις (που, θυμίζουμε, είχε πετάξει στα σκουπίδια το Οσκαρ του...) δεν ήθελε κανέναν πολιτικό στην κηδεία του. Δεν ήθελε τηλεοπτικά συνεργεία. Και δεν θάφτηκε στο Α' Νεκροταφείο, το νεκροταφείον των «επωνύμων». Αντίθετα, προτίμησε το κοιμητήριο της Παιανίας, έναν τόπο γαλήνιο, τον οποίο επισκεπτόταν συχνά. Τέσσερα χρόνια αργότερα, δίπλα του τοποθετήθηκε και η σορός της Φλέρυς Νταντωνάκη. Δύο λιτά μνήματα σαν αρχαιοελληνικά μνημεία.

 
Ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε

Πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ο πανεπιστημιακός, φιλόσοφος και συγγραφέας Δημήτρης Λιαντίνης, έγινε γνωστός στο πανελλήνιο από την αιφνίδια και μυστηριώδη εξαφάνισή του την 1η/6/1998, στα 56 του χρόνια. Δεκάδες σενάρια αναπτύχθηκαν γύρω από τους λόγους της εξαφάνισής του, μέχρι που τελικά η σορός του βρέθηκε το 2005 σε μία σπηλιά κοντά στην κορυφή του Ταϋγέτου. Σε γράμμα προς την κόρη του Διοτίμα, πριν χαθούν τα ίχνη του, είχε δηλώσει: «Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου». Αγνωστο παραμένει το πώς πέθανε, αλλά και η ακριβής ημερομηνία του θανάτου.
 
 
Επί χρόνια διάφορες εικασίες για τα κίνητρά του έδιναν και έπαιρναν. Κάποιοι μάλιστα επέμεναν πως ζει. Για πολλούς, ο Λιαντίνης αυτοκτόνησε θέλοντας να διαμαρτυρηθεί για την κατάντια του Ελληνισμού. «Φεύγω αυτοθέλητα και η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχονται» είχε γράψει στην κόρη του. Προφητικός ο Λιαντίνης...

Ο Ζωγράφος στην αυλή του

«Ο Τάσος», μου έδειξε ο Βασίλης Κυρίτσης. «Ο Τάσος», επανέλαβε ο σκηνοθέτης και μόνο τότε πρόσεξα τη λήκυθο. «Μα καλά, καημό είχε που ήταν 1,50 μ. και τον βάλατε σε κοντό δοχείο; Χάθηκε ένα ψηλότερο;». Πήγαμε να γελάσουμε παρά τη θλίψη. Ο Τάσος Ζωγράφος ήθελε, βλέπετε, να αποτεφρωθεί -ευχή και κατάρα μάς το είχε αφήσει- και να τον σκορπίσουν στον τόπο της καρδιάς του, στον κήπο του σπιτιού του, μες στο δάσος στον Κισσό Πηλίου. Ηθελε να είναι εκεί ο γιος του ο Λυσίμαχος, η αγαπημένη του Εφη και λίγοι στενοί του φίλοι. Και του έγινε κι αυτή η τελευταία χάρη. Η αλήθεια είναι ότι οι φίλοι ήταν λίγο φοβισμένοι, μετά όμως ένιωσαν ανακούφιση. Να γεμίζεις τη χούφτα με λίγο απ' ό,τι έχει απομείνει από το σώμα του δικού σου άνθρωπου και να το ρίχνεις εκεί όπου κάποτε περπάτησε κι αγάπησε. Τι πιο βαθιά ελληνικό, τι πιο ανθρώπινο, πιο τρυφερό. Τελικά δεν κάναμε εμείς τη χάρη του Ζωγράφου, χάρη μάς έκανε αυτός, δίνοντάς μας μια χαρά ακόμα. Χρ.Σ.

Σχόλια